Sunday, October 25

Σαν λάθος ιστορία


Τα νιάτα που αντρειώθηκαν πριν λίγο
έχουν για στέκι τους το στέκι των παλιών
κάθονται ήσυχα στο μπαρ
και παραγγέλνουν τον καθρέφτη τους με πάγο·
παλιοί καλοί συμβολισμοί αστεία περασμένα
και μουσικές αδιάφορες για γούστα ξεραμένα.
Στρίβουν τα χρόνια άφιλτρα
και για χαρτί τυλίγουνε ποιήματα μεγάλων αναγκών
αλλάζοντας τις ρίμες με τα «μη» τους.
Κοιτούν καχύποπτα
στην πόρτα έχουν τ’ αγκίστρι τους ριγμένο
ξέροντας πάντα ποιος θα’ ρθεί και ποιος τα καρτερά.
Έχουν διαβάσει από μικρά την ιστορία
φύρα πολλή κι απάντηση καμιά.
Πότε μι’ ανάσα θα γλυκάνει το κορμί τους;
Γράφουν με χώμα και σβήνουν με βροχή
μουλιάσανε δουλεύοντας στο χέρι τα χαρτιά τους
μα το μολύβι ακούραστο σ’ ευθεία διαδρομή
αλέτρι ατίθασο σε εμάς
σ’ αυτά πειθαρχημένο.

Τα νιάτα που αντρειώθηκαν πριν λίγο
στρίβουν τα χρόνια άφιλτρα
και μας κοιτούν καχύποπτα σαν λάθος ιστορία.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ποιείν.

Tuesday, March 17

Απόσπασμα


[...]
Αινίγματα αναπάντητα τραχύνουν τ’ άγγιγμά σου
ματώνουνε τα δάχτυλα πριν πέσουν στο καρφί.
Κυρά μου μόνο πρόσταξε να δω απ’ τ’ άνοιγμά σου
τον τόπο αυτόν που κάποτε ευφράνθηκε η αφή.

Φυλάς βαρύ αναλγητικό ένα κλωνάρι δυόσμο
οσφραίνεσαι τα χνότα σου· αγρύπνια και βροχή
και τα μαλλιά να κρέμονται μέχρι τον κάτω κόσμο
κει που μουλιάζει η των σοφών πνιγμένη υπεροχή.

Σημάδια ανεξίτηλα στα χείλη και το βλέμμα
ακούγονται φαντάσματα να πλέκουν τον καιρό
γεμίζουν άφοβα το νου και τους αρμούς με αίμα
για λόγχη μ’ ένα στίχο τους λόγο θανατερό.

Κρυφοκοιτά μι’ ανατολή του κόσμου το ταβάνι
κύμα στυφό σαν ενοχή αφρίζει στο παρόν
οι αλήθειες π’ αρνηθήκαμε σα σκόρπιο καραβάνι
αποζητούν τον άξονα των πρώτων ημερών.

Friday, December 5

Ανάληψη


Τα μυστικά ξενύχτια μας ιδρώνουν διάφανο αίμα
νωχελικά μονόπρακτα με τα κεριά σβηστά
μοιάζουμ’ αλήθειες που διψούν και πίνουν φρέσκο ψέμα
κρύα του θάνατου πνοή απ’ τον γκρεμό ξυστά.

Αισθήματα που μέθυσαν για κάποιο ξένο κρίμα
τη θέρμη τους απόθεσαν σε χάδια ηδονικά
καυτό φουσκώνει ενδόμυχα της μοναξιάς το κύμα
βαριά τα μάτια νοσταλγούν κλεμμένα ιδανικά.

Μάτια που θ’ αναβλύσουνε υγρό το μοιρολόι
θωρούν μακριά λογίζοντας με στεναγμούς τη γη
απάτη πρασινότερη η αντικρινή μας χλόη
απλώνει χέρι και τραβά μι’ ακόρεστη φυγή.

Της νιότης τ’ ανατρίχιασμα ξεπλύθηκε με λόγο
μι’ αγάπη μόνο του’ τυχε να ζει τη σκοτεινιά
τις ώρες του αναπαμού μόνο θυμό και ψόγο
κι η φήμη να χρεώνεται τη λάθος ρετσινιά.

Χαρτί μυρίζεις και καφέ· οσμές λησμονημένων
κρυφό ρολόι ζύγιασε για αιώνες τη στιγμή
μοιάζει σημάδι γνώριμο στα μάτια των χαμένων
που πρόωρα το φόρτωσαν αξία και πυγμή.

Οι φλέβες πάντοτε ποθούν το αίμα των αγγέλων
τα γόνατα ξυλιάζουνε στης μνήμης τα σκαλιά.
Πες μου ποιος είδε πάνω του σφραγίδα απ’ το μέλλον
και τα οστά του φύλαξε μακριά απ’ τα σκυλιά.

Σκληρές τις λέξεις ντύνεται η μοίρα από φθόνο
τα λιγοστά φωνήεντα κρεμάει στα μαλλιά
τροχίζονται τα σύμφωνα σαν έτοιμα για φόνο
χωρίς ρανίδα τύψεων και δάκρυ ούτε σταλιά.

Τα μυστικά ξενύχτια μας απλώνονται σαν χιόνια
-το κρίμα δεν χρεώθηκε ποτέ στη χαραυγή-
κι είναι θολά σαν όνειρα, λευκά σαν τα σεντόνια
απόκοσμα τα πάθη τους φιμώνουν την κραυγή.


Πρωτοδημοσιεύτηκε στο
Ποιείν

Thursday, May 29

Με τον τρόπο της Virginia Woolf



Φέρε το μαύρο μου παλτό
μες στην ντουλάπα κλειδωμένο το’ χω αφήσει.
Είναι αιώνες ξεχασμένο από τα μάτια της ζωής
κι έχει ποτίσει μυρωδιά από ναφθαλίνη.
Θα το φορέσω και θα βγω έξω στο δρόμο
σέρνοντας βήματα βαριά
θα περπατήσω ως την άβολη λεωφόρο των ηρώων
και θα σταθώ μ’ ένα τριαντάφυλλο στα ξυλιασμένα δάχτυλα
ψελλίζοντας τετράστιχα
και ξεχασμένους μονολόγους που θάφτηκαν στη σκόνη.
Ανύποπτοι οι περαστικοί θα με νομίσουν για τρελό
θα με χλευάζουνε οπάλινα τα χείλη
και θα με φτύνουν που δεν άστραψα ποτέ μου
σαν τους χρυσούς κυνόδοντες που έντεχνα σκεπάζουν τώρα πια.
Έπειτα
τις άδειες τσέπες θα γεμίσω μ’ ό,τι βρω
χρόνια βαρίδια που μου στράβωσαν τους ώμους
και γανωμένους έρωτες
που μου τσακίσανε τη μνήμη μ’ ένα σάλτο
κι ύστερα όνειρα βουβά
που κάθε βράδυ στοίχειωναν τα μάτια μεθυσμένα
και ζύμωναν τον ύπνο μου με σηκωμένα τα μανίκια ως τους αγκώνες.
Θα’ ναι πολλά
κι ίσως τα γόνατα λυγίσουν απ’ το βάρος
όμως εγώ θα στυλωθώ
θα υποδυθώ ότι αντέχω άλλο τόσο
και μ’ ό,τι έχω στιβαρό
θα βρω ένα λάκκο με νερά στην άκρη της ασφάλτου
και θα ξαπλώσω μέσα του σφαλίζοντας τα μάτια.


Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ποιείν.

Thursday, May 1

Μυθολογία


Μνήμες δεν υπάρχουν, δεν με βοήθά η ηλικία. Με βοηθά όμως η μυθολογία κι αυτή είναι μεγάλη.
Ακούμε τη "Σονάτα του σεληνόφωτος" από τον ίδιο.


(Κλικ)